Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Πότισμα-Watering

Πότισμα

Συχνά βλέπω νέους ανθρώπους στο χόμπυ,  που αναρωτιούνται  πώς θα πρέπει να ποτίζουν τα bonsai τους, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με διάφορες συμβουλές του τύπου «βάλε το γλαστράκι σε μια λεκάνη με νερό κάθε φορά που θέλεις να το ποτίσεις» ή «πότιζε με 1 ποτήρι νερό 2 φορές την εβδομάδα» ή «ρίξε 23 σταγόνες νερό στην επιφάνεια του χώματος όταν θέλεις να ποτίσεις» (ναι, το έχω ακούσει και αυτό!!!!!…). 

Όταν το bonsai τους τελικά πεθαίνει (είτε από έλλειψη νερού, είτε από σάπισμα λόγω υπερβολικού ποτίσματος), υπεύθυνοι θεωρούνται αυτοί που δίνουν τέτοιου τύπου συμβουλές. Το ίδιο υπεύθυνοι όμως είναι και όσοι δεν το έψαξαν και λίγο παραπάνω ή που δεν έβαλαν τη λογική τους να δουλέψει, και πίστεψαν ότι ένα δεντράκι θα είναι ικανοποιημένο με 23 σταγόνες νερό!!!!!

Αν ήταν άνθρωπος, θα είχε κορακιάσει!!!

Και για να μην σας κουράσω άλλο, ας μπούμε στο ψητό…

Το πότισμα κατ’ αρχήν, πρέπει να γίνεται αναλογικά με το υπόστρωμα που χρησιμοποιούμε και τις ανάγκες του δέντρου.

Τι εννοώ με αυτό….
Όταν,  για παράδειγμα, παίρνουμε ένα δεντράκι από ένα φυτώριο που συνήθως είναι φυτεμένο σε μεγάλη γλάστρα με τυρφόχωμα, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη ότι υπόστρωμα τέτοιου είδους αργεί να στεγνώσει και κατακρατά μεγάλη ποσότητα υγρασίας. Οπότε, τα ποτίσματα θα γίνονται πιο αραιά. 
Αν έχουμε όμως ένα φυτό σε υπόστρωμα που κατά το μεγαλύτερό του ποσοστό είναι ανόργανο υλικό, τότε το πότισμα θα πρέπει να είναι συχνότερο (αναλογικά πάντα με την σύσταση και κοκκομετρία του υποστρώματος: λεπτόκοκκα υλικά κατακρατούν περισσότερη υγρασία, ενώ τα χονδρόκοκκα λιγότερη).

Αν πάλι έχουμε κάνει μεταφύτευση σε ένα δεντράκι μας και του έχουμε κόψει ένα ποσοστό ρίζας, τότε πάλι τα ποτίσματα θα πρέπει να γίνονται πιο αραιά, μιας και η ικανότητα της ρίζας να απορροφά υγρασία έχει μειωθεί δραματικά. Από την άλλη, εάν ένα δεντράκι βρίσκεται πολύ καιρό μέσα σε ένα δοχείο και οι ρίζες έχουν καταλάβει τον μεγαλύτερο χώρο, τότε οι ανάγκες του δέντρου για υγρασία αυξάνονται, και το πότισμα θα πρέπει να γίνεται τακτικότερα.

Ένας βασικός κανόνας που εφαρμόζω εγώ, είναι να ποτίζω κάθε φορά που το υπόστρωμά μου έχει σχετικά στεγνώσει.

Τρείς είναι οι ενδείξεις που θα μου υποδείξουν κάθε φορά πότε να ποτίσω:
  1. το χρώμα του υποστρώματος,
  2. το βάρος του δοχείου, και
  3. η αίσθηση υγρασίας
Το χρώμα του υποστρώματος, αλλάζει όταν αυτό έχει στεγνώσει και γίνεται πιο ανοιχτό. Αυτό ισχύει σε έναν μεγάλο αριθμό υλικών που χρησιμοποιούνται για μείγματα υποστρωμάτων, αλλά όχι πάντα.

Έτσι, έχουμε ακόμα έναν παράγοντα για να κρίνουμε εάν όντως το δεντράκι μας χρειάζεται πότισμα: το βάρος του δοχείου. Σηκώνοντας το δοχείο στα χέρια μας, μπορούμε να καταλάβουμε εάν το βάρος του έχει μειωθεί, οπότε και αυτό θα σημαίνει ότι το νερό που υπήρχε μέσα στο υπόστρωμα έχει απορροφηθεί (ή και εξατμιστεί κατά τους καλοκαιρινούς μήνες). Αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο όμως να το αντιληφθεί κανείς όταν πρόκειται για bonsai μεγάλου μεγέθους, όπου είναι δύσκολο να σηκώσει κάποιος ένα τόσο μεγάλο δοχείο κάθε φορά που θέλει να ποτίσει.

Οπότε ερχόμαστε και στην τρίτη ένδειξη, την αίσθηση υγρασίας. Βάζοντας το δάχτυλό μας μέσα στο υπόστρωμα σε βάθος 1-2 εκατοστά, μπορούμε να καταλάβουμε εάν σε αυτό το βάθος υπάρχει υγρασία. Αν το αισθανθούμε υγρό, τότε δεν ποτίζουμε, ενώ αν νιώσουμε ότι σε εκείνο το βάθος δεν υπάρχει υγρασία, τότε αυτό σημαίνει ότι ήρθε η στιγμή να ποτίσουμε το δεντράκι μας.

Πόσο όμως ποτίζουμε? 
Σίγουρα όχι με το σταγονόμετρο!!!!!

Ρίχνουμε τόσο νερό, μέχρι να το δούμε να τρέχει ελεύθερα από τις τρύπες αποστράγγισης του δοχείου. 

Και μια που είπα για τρύπες αποστράγγισης…. είναι μεγίστης σημασίας το δοχείο μας να έχει τρύπες στο κάτω μέρος του!!!! Αν δεν υπάρχουν τρύπες, τότε το νερό δεν έχει έξοδο διαφυγής και συσσωρεύεται στο κάτω μέρος του δοχείου, εκεί δηλαδή που οι ρίζες του δέντρου θα δημιουργήσουν το «καλάθι» τους. 

Τι σημαίνει αυτό? 
Ότι μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, οι ρίζες θα πάψουν να αερίζονται με αποτέλεσμα να σαπίσουν και κατ’ επέκταση το δεντράκι μας να αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης. Άρα ελέγχουμε πάντα να υπάρχουν τρύπες στο κάτω μέρος του δοχείου, κι αν δεν υπάρχουν είτε αλλάζουμε δοχείο, είτε κάνουμε εμείς τρύπες χρησιμοποιώντας ένα τρυπάνι, και φροντίζουμε οι τρύπες να είναι αρκετά μεγάλες, έτσι ώστε να επιτρέπουν το νερό να τρέχει ελεύθερα έξω από το δοχείο.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το πότισμα πρέπει να είναι ανάλογο και με το είδος του δέντρου που φροντίζουμε. Για παράδειγμα, μια ελιά έχει λιγότερες απαιτήσεις σε νερό, όπως κι ένα κωνοφόρο, ενώ ένα φυλλοβόλο όπως για παράδειγμα η Φτελιά ή το Σφενδάμι έχει περισσότερες απαιτήσεις. 

Συνεπώς, όταν έχουμε δέντρο με μειωμένες απαιτήσεις σε νερό, έχουμε 2 επιλογές…

-ή να μειώσουμε το ποσοστό οργανικού υλικού στο υπόστρωμά μας, αυξάνοντας ταυτόχρονα την κοκκομετρία του ανόργανου, 

-ή να μειώσουμε τα ποτίσματα, επιτρέποντας στο υπόστρωμα να στεγνώσει επιπλέον ανάμεσα σε 2 ποτίσματα (συνήθως 1 μέρα χωρίς πότισμα είναι αρκετή)


Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή όταν ένα δέντρο έχει περισσότερες ανάγκες σε νερό, αντιστρέφουμε τα παραπάνω.

Το σωστό πότισμα, έρχεται σιγά σιγά με την εμπειρία, οπότε όλα τα παραπάνω θα γίνονται αυτόματα χωρίς να χρειάζεται να τα έχετε κάθε φορά στο νού σας όταν ποτίζετε. Και σίγουρα στην αρχή γίνονται λάθη, αλλά με την παρατήρηση και την λογική θα έρθει και το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. 

Κάτι άλλο που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη, είναι το μικροκλίμα της περιοχής που ζούμε: Αν υπάρχει αυξημένη υγρασία, αν υπάρχουν δυνατοί άνεμοι, αν οι θερμοκρασίες είναι πολύ υψηλές ή χαμηλές στις αντίστοιχες εποχές του έτους, κλπ. Έτσι, θα πρέπει να προσαρμόζουμε το πότισμά μας ανάλογα. 

Και πάλι σας θυμίζω τον κανόνα: ποτίζουμε όταν το υπόστρωμά μας έχει σχετικά στεγνώσει! 

Με την παρατήρηση λοιπόν, θα βρείτε την ιδανική συχνότητα ποτίσματος για την περιοχή σας.

Ανάφερα ήδη παραπάνω για την περίφημη συμβουλή που δίνεται γενικότερα, περί βύθισης του δοχείου σε λεκάνη με νερό. Πρόκειται για μια τεμπέλικη συμβουλή που μόνο προβλήματα μπορεί να προκαλέσει στο δεντράκι μας εάν αυτό γίνεται κάθε φορά που θέλουμε να ποτίσουμε!!!

Ωστόσο, δεν είναι τελείως άχρηστη, μιας και αυτή η διαδικασία μπορεί να φανεί χρήσιμη σε περίπτωση που αμελήσαμε να ποτίσουμε και το υπόστρωμά μας έχει ξεραθεί τελείως. Αυτό βέβαια, ισχύει για δεντράκια που μόλις αγοράσαμε (αναφέρομαι σε αυτά της μαζικής παραγωγής) και που συνήθως είναι φυτεμένα σε τυρφόχωμα. 
Τέτοια υποστρώματα, όταν στεγνώσει η τύρφη, γίνονται αδιαπέραστα από το νερό. Οπότε, όταν πάμε να ποτίσουμε, νομίζουμε ότι ποτίσαμε, ενώ στην πραγματικότητα το νερό έχει γλιστρήσει από τα κενά που έχουν δημιουργηθεί μέσα στο δοχείο λόγω συρρίκνωσης της τύρφης, ενώ η ίδια η τύρφη δεν έχει πάρει καθόλου νερό.

Το αποτέλεσμα? Το φυτό αργοπεθαίνει λόγω έλλειψης υγρασίας.

Τι κάνουμε σε αυτή την περίπτωση λοιπόν?

Μέχρι να μας το επιτρέψει η εποχή να γίνει μεταφύτευση σε νέο υπόστρωμα (μείγμα), έχουμε τις εξής επιλογές:

-Την πρώτη φορά που θα ποτίσουμε, βυθίζουμε το δεντράκι μέσα σε μια λεκάνη με νερό, έτσι ώστε να βραχεί καλά το υπόστρωμα σε όλα του τα σημεία. Βγάζουμε το δεντράκι όταν σταματήσουν να βγαίνουν φυσαλίδες από το υπόστρωμα. Από εκεί και πέρα, είμαστε προσεκτικοί με το πότισμα μέχρι να μπορέσουμε να το αλλάξουμε.

-Με ένα ξυλάκι σκαλίζουμε το υπόστρωμα πολύ προσεκτικά να μην κάνουμε ζημιά στις ρίζες. Έτσι η τύρφη «αφρατεύει» και το πότισμα θα είναι περισσότερο ομοιόμορφο σε όλα τα σημεία της ριζόμπαλας. Και πάλι όμως, θα πρέπει να το αλλάξουμε όταν η εποχή το επιτρέψει.

Ένα άλλο θέμα που θα ήθελα να θίξω είναι αυτό του νερού που χρησιμοποιούμε.

Πολλοί νέοι στον χώρο, αναρωτιούνται αν θα πρέπει να ποτίζουν τα φυτά τους με απεσταγμένο, απιονισμένο, εμφιαλωμένο ή βρόχινο νερό.

Προσωπικά αυτό είναι κάτι που δεν με απασχόλησε ποτέ.
Ποτίζω τα φυτά μου με νερό της βρύσης, και ενίοτε αφήνω την Μάνα Φύση να κάνει κι αυτή την δουλειά της.

Αυτό που έχω να πώ, είναι ότι το νερό έχει στοιχεία απαραίτητα για τα φυτά. Αν λοιπόν δεν επιτρέψουμε στα φυτά να πάρουν τα στοιχεία που χρειάζονται, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα έχουν πολλά προβλήματα αργά ή γρήγορα.

Σχετικά με τα άλατα, δεν με απασχολεί μιας και όλα μου τα υποστρώματα περιέχουν στο μεγαλύτερό τους μέρος ανόργανα υλικά, ενώ το μικρό ποσοστό τύρφης που χρησιμοποιώ βοηθάει στο να μαλακώνει το πολύ σκληρό νερό της περιοχής μου. Έτσι, η μεγαλύτερη ποσότητα αλάτων από το νερό, αλλά και αλάτων από τα λιπάσματα ξεπλένονται με το επόμενο πότισμα. Αυτή η ελάχιστη ποσότητα αλάτων που ίσως παραμείνει στο υπόστρωμα, δεν θα προλάβει να κάνει ζημιά, μιας και αυτό το ενδεχόμενο θα πάψει να υφίσταται με την αμέσως επόμενη μεταφύτευση, κατά την οποία και το παλιό υπόστρωμα θα αντικατασταθεί με νέο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...