Translate

Search Bonsai Cosmos

Instagram Feed

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Species Guide. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Species Guide. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Species guide: Ελιά - Olea Europaea spp.


 Αγριελιά - Olea Europaea subsp. oleaster


Όπως έχει ήδη αναφερθεί στο άρθρο "Ιερά Δέντρα Ελλήνων Θεών και Ανθρώπων" η Ελιά, τιμημένο δέντρο ποικιλοτρόπως, ήταν η κινητήριος δύναμη και η ψυχή της Ελλάδας από αρχαιοτάτους χρόνους.

Η Ελιά είναι ενδημικό είδος της Μεσογείου της οικογένειας Oleaceae και το γένος Olea περιλαμβάνει περίπου 20 είδη με εκατοντάδες ποικιλίες.

Είναι αειθαλές δέντρο ή θάμνος, με μικρά, αντίθετα σκούρα πράσινα φύλλα. 

Κλαδιά, φύλλα και βλαστοί Αγριελιάς

Η ανθοφορία ξεκινάει συνήθως μετά το 7ο έτος της ηλικίας του δέντρου, και αυξάνεται καθώς το δέντρο ωριμάζει, οπότε και μικρά και αρωματικά λευκά ή υπόλευκα άνθη εμφανίζονται σε ταξιανθίες των 10-40 ανθών σε κλαδιά του προηγούμενου έτους. Τα άνθη είναι 2 ειδών: είτε περιέχουν καί αρσενικά καί θηλυκά όργανα, είτε μόνο αρσενικά και επικονιάζονται κυρίως με τον άνεμο, αλλά και πολλά αναπαράγονται μόνα τους. 
Μερικές ποικιλίες παράγουν καλύτερους καρπούς όταν η αναπαραγωγή γίνεται μεταξύ άλλων δέντρων και μερικές παραμένουν στείρες, καθώς δεν βρίσκονται άλλα δέντρα στην περιοχή για να αναπαραχθούν.



Οι καρποί της είναι μονοπύρηνοι, μεγέθους 1-5 εκ. Εμφανίζονται προς το τέλος καλοκαιριού με αρχές φθινοπώρου και χρειάζονται χαμηλές θερμοκρασίες για να ωριμάσουν. Στην αρχή της ζωής τους, είναι πράσινοι και μετά αποκτούν ένα βαθύ μώβ χρώμα, ενώ υπάρχουν ποικιλίες που οι καρποί τους παραμένουν πράσινοι και όταν ωριμάσουν, ή άλλες που αποκτούν ένα βαθύ καφέ χρώμα σαν του χαλκού. Το σχήμα ποικίλει από στρόγγυλο εώς οβάλ, ενώ σε άλλες ποικιλίες γίνεται μυτερό στην μία άκρη. Είναι εδώδιμοι, αλλά πολύ πικροί για να καταναλωθούν ωμοί χωρίς επεξεργασία.
Οι Ελιές γενικότερα, τείνουν να καρποφορούν κυκλικά, δηλαδή την μία χρονιά η καρποφορία θα είναι εξαιρετική, ενώ την επόμενη θα είναι πολύ μειωμένη.



Ο κορμός είναι λείος και ανοιχτού γκρίζου χρώματος όταν το δέντρο είναι σε νεαρή ηλικία, και καθώς ωριμάζει ο φλοιός σκληραίνει και εμφανίζει χαρακώσεις. Παρόλο που εξωτερικά φαίνεται εξαιρετικά ανθεκτικός, ο φλοιός και το ξύλο που βρισκονται στο εσωτερικό είναι πολύ ευαίσθητα.


Η Ελιά παρουσιάζει 3 στάδια στην ζωή της, όσον αφορά την ανάπτυξή της: το βρεφικό, το νεανικό και το ώριμο στάδιο:
- Κατά το βρεφικό στάδιο, το οποίο διαρκεί περίπου 7 χρόνια, η Ελιά μεγαλώνει βασιζόμενη σε μία κεντρική ρίζα και αφιερώνει όλη της την ενέργεια στην διαμόρφωση του κορμού της και μπορεί να εμφανιστεί και κάποια σκλήρυνση του κορμού.
- Κατά το νεανικό στάδιο, εμφανίζεται μια δεύτερη γενιά ριζών, οι οποίες αυξάνονται αναλογικά με τον αριθμό των κορμών που αναπτύσσονται. Η κόμη είναι συχνά δυσάρεστα αυξημένη και παρατηρούνται 1 ή περισσότερες μεγάλες κεντρικές ρίζες, ενώ οι λεπτότερες συναντώνται σε μεγαλύτερο βάθος.
Στα bonsai, μπορούμε εύκολα να παρακάμψουμε το βρεφικό στάδιο και να φτάσουμε γρηγορότερα στο νεανικό, κάνοντας μια εναέρια καταβολάδα στον κορμό, οπότε και συνήθως απαιτείται 1 έτος μέχρι το νέο δέντρο να εδραιωθεί.
- Κατά το ώριμο στάδιο, η Ελιά σταματάει να αναπτύσσει μεγάλες ρίζες και αναπτύσσει πολλά λεπτά επιφανειακά ριζίδια. Ο κορμός χάνει την κυλινδρική μορφή του και στρεβλώνει, ενώ ο φλοιός γίνεται ιδιαίτερα τραχύς. Από αυτό το σημείο και μετά, η Ελιά μπορεί να ζήσει για 800 με 1000 χρόνια έχοντας μια σχετικά σταθερή μορφή.

Είναι ανθεκτική σε ζεστό και ξηρό κλίμα και σε ζεστούς ή κρύους ανέμους. Προτιμάει μια ηλιόλουστη θέση με πλήρη ηλιοφάνεια το καλοκαίρι.

Πιστεύεται ότι η Ελιά ώς bonsai δεν αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες τον χειμώνα.
Αυτό είναι εν μέρη σωστό, για τον απλούστατο λόγο ότι όταν το δέντρο φτάσει στην ωριμότητα, παράγει πολλές λεπτές επιφανειακές ρίζες, οι οποίες δεν αντέχουν το ψύχος, από την άλλη όμως δεν σημαίνει ότι τον χειμώνα πρέπει να μπαίνουν σε εσωτερικό χώρο όπως πολλοί πιστεύουν.
Έτσι λοιπόν, η Ελιά πρέπει όλο τον χρόνο να μένει σε εξωτερικό χώρο. Οι ιδανικές θερμοκρασίες τον χειμώνα είναι 5-6 βαθμούς Κελσίου. Μέχρι και αυτές τις θερμοκρασίες, θα διατηρήσει τα φύλλα της, ενώ σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, ίσως εμφανίσει προβλήματα σε ρίζα και φύλλα, ειδικά σε περιοχές με αυξημένη υγρασία. 
Η Ελιά αντέχει μέχρι και -8 βαθμούς Κελσίου ώς bonsai και πρέπει να γίνει αντιληπτό, ότι αυτό που θα δημιουργήσει το πρόβλημα, δεν είναι 2-3 μέρες με τόσο χαμηλές θερμοκρασίες, αλλά μια περισσότερο παρατεταμένη και συνεχόμενη χρονική περίοδος (πάνω από 6-7 μέρες) με τόσο χαμηλές θερμοκρασίες. Σε αυτή την περίπτωση, χρειάζεται κάποια προστασία και μπορεί να τοποθετηθεί κάτω από κάποιο υπόστεγο ή να καλυφθεί η ρίζα της με κάποιο υλικό για προστασία.

Ανταπεξέρχεται εξίσου καλά σε όλους τους τύπους εδαφών, αν και προτιμάει τα ελαφρώς αλκαλικά εδάφη. 
Το υπόστρωμα πρέπει να είναι πορώδες, στο μεγαλύτερό του μέρος ανόργανο, και να έχει άριστη αποστράγγιση, αλλά να μπορεί να κατακρατεί μια σχετική υγρασία.

Ανέχεται την ξηρασία, αλλά όχι το πολύ τακτικό πότισμα.
Η Ελιά έχει την τάση να "πίνει" σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το νερό που υπάρχει στο δοχείο της. Αυτό δεν πρέπει να μας ξεγελάει όμως.
Η Ελιά στη φύση έχει εξελιχθεί για να προσλαμβάνει το νερό, όταν και εφόσον το βρίσκει διαθέσιμο, έτσι ώστε να μπορεί να διατηρηθεί για αρκετό χρονικό διάστημα όταν δεν το βρίσκει.
Το γεγονός λοιπόν ότι προσλαμβάνει το νερό άμεσα, οδηγεί συχνά στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι συνεχώς "διψάει". Αντισταθείτε στην τάση να υπερποτίζετε την Ελιά σας.
Ποτίστε με άφθονο νερό σε κάθε πότισμα (μέχρι να δείτε το νερό να τρέχει ελεύθερα από τις τρύπες αποστράγγισης του δοχείου), αλλά όχι συχνά. Ωστόσο, μην επιτρέψετε το υπόστρωμα στο δοχείο να στεγνώσει τελείως!

Λιπάνετε με ένα ισορροπημένο λίπασμα κατά την περίοδο ανάπτυξης, και συνεχίστε με ένα λίπασμα χωρίς άζωτο το φθινόπωρο. Μην λιπαίνετε τον χειμώνα.
Επίσεις η Ελιά ωφελείται από τουλάχιστον 1 εφαρμογή ιχνοστοιχείων στο υπόστρωμά της ανά έτος.

Μεταφύτευση γίνεται κάθε 2-3 χρόνια σε νεαρά δέντρα, ενώ τα ώριμα δέντρα μπορούν να παραμείνουν στο ίδιο δοχείο για περισσότερα έτη.
Αφαιρέστε μέχρι 1/3 του συνολικού όγκου της ρίζας, κόβοντας αυστηρά τις μεγάλες κεντρικές ρίζες, και αφήνοντας το κατά δύναμιν άθικτα τα λεπτά ριζίδια από τα οποία και τρέφεται.

Όσον αφορά το κλάδεμα, η Ελιά έχει μια ιδιαιτερότητα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν κάθε φορά που κλαδεύουμε.
Όταν κόβουμε ένα κλαδί, θα προκύψει εξαιρετικά ζωηρή βλάστηση ακριβώς στην τομή, οπότε υπάρχει το ενδεχόμενο ανάποδης κωνικότητας στο σημείο εκείνο.
Για να αποφύγουμε αυτή την έκβαση, θα πρέπει να αφαιρέσουμε τους ανεπιθύμητους οφθαλμούς γύρω από την τομή.
Είναι προτιμότερο, το κλάδεμα (ιδίως όσον αφορά κλαδιά με διάμετρο μεγαλύτερης των 2 εκ.) να γίνεται το φθινόπωρο για να αποφευχθεί η πιθανότητα ανάποδης κωνικότητας, και ακόμη καλύτερα είναι να γίνεται όταν η Σελήνη είναι σε Φθίνουσα φάση (waning moon).
Το δεύτερο κλάδεμα γίνεται μετά την φθινοπωρινή ή ανοιξιάτικη βλάστηση, πριν ξεκινήσει η νέα βλαστική περίοδος.
Η νέα βλάστηση εμφανίζεται με 3 διαφορετικά χρώματα. Στην αρχή είναι πράσινη, μετά μώβ και τέλος ανοιχτό καφέ. Οι πράσινοι βλαστοί θα διακλαδωθούν πολύ λιγότερο από τους μώβ και τους καφέ.
Τα νεαρά δέντρα μπορούν να κλαδευτούν όταν η νέα βλάστηση έχει αποκτήσει μώβ ή ανοιχτό καφέ χρώμα, αφήνοντας από 1 εώς 3 φύλλα σε κάθε κλαδί, ανάλογα με την κατεύθυνση που θέλουμε να οδηγήσουμε το εκάστοτε κλαδί και η οποία εξαρτάται από το τελευταίο φύλλο που θα αφήσουμε πριν την τομή.
Τα πιό ώριμα δέντρα, που η διακλάδωση έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, μπορούν να κλαδευτούν όσο η βλάστηση είναι ακόμη πράσινη ή μόλις αρχίζει και παίρνει μια ελαφριά μωβ απόχρωση.
Αφαιρέστε βλαστούς, φύλλα και οφθαλμούς που κατευθύνονται προς τα επάνω και προς τα κάτω, σε κάθε κλαδί. Έτσι, το δέντρο θα αναπτύξει δευτερογενή και τριτογενή κλαδιά που θα εναλάσσονται πλαγίως δεξιά και αριστερά στο κάθε κύριο κλαδί.

Κορφολογήστε και αφαιρέστε τη νέα βλάστηση καθόλη τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου (άνοιξη και φθινόπωρο) και μόνο όταν οι θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 10-40 βαθμών Κελσίου. Αυτό θα έχει ώς αποτέλεσμα μια έκρηξη νέων οφθαλμών σε ολόκληρο το δέντρο, μικρότερα φύλλα και μικρότερα μεσογονάτια διαστήματα. 
Για καλύτερα αποτελέσματα και ενθάρρυνση δευτερογενούς και τριτογενούς διακλάδωσης, μπορεί να εφαρμοστεί μερική αποφύλλωση το καλοκαίρι, αφαιρώντας παράλληλα και την κορυφή του κάθε κλαδιού μαζί με τα 2 τελευταία φύλλα.
Προσοχή! Η Ελιά μπορεί να είναι απρόβλεπτη όσον αφορά το αυστηρό κλάδεμα μεγάλων κλαδιών, το οποίο μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη απώλεια των κλαδιών αυτών, με νέους οφθαλμούς να προκύπτουν από τον κορμό σε μια προσπάθεια να αντικαταστήσουν το χαμένο κλαδί. Γι' αυτό τον λόγο, είναι προτιμώτερο να ελατώνουμε το μήκος μεγάλων κλαδιών σταδιακά, επιτρέποντας στο δέντρο να αναρρώνει και να διατηρεί την ισορροπία του.

Συρμάτωμα μπορεί να γίνει σε νέα κλαδιά ηλικίας εώς 3 ετών, στο τέλος του φθινοπώρου ή τον χειμώνα, μέχρι και τις αρχές της άνοιξης. Σε μεγαλύτερης ηλικίας κλαδιά, το συρμάτωμα μπορεί να γίνει χρησιμοποιώντας ράφια ή κάποιο άλλο υλικό για προστασία.
Προσοχή χρειάζεται κατά το συρμάτωμα, διότι τα κλαδιά της Ελιάς είναι εύθραυστα και ο φλοιός και το ξύλο της μπορούν να πληγωθούν πολύ εύκολα.

Διάφορες τεχνικές παλαίωσης μπορούν να εφαρμοστούν, όπως Jin και Shari, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν ότι το ξύλο της Ελιάς ραγίζει, αποσυντείθεται και σαπίζει εύκολα, οπότε και θα πρέπει τακτικά να συντηρείται με κάποιο υλικό, όπως για παράδειγμα το Θειϊκό Ασβέστιο (Lime Sulfur) ή το Λινέλαιο (Tik Oil).
Μια καλή επίσης "συνταγή" συντήρησης νεκρού ξύλου, είναι η τακτική επάλλειψη με λεμόνι και λάδι σε μείγμα από ίσα μέρη.

Αναπαράγεται κυρίως με μοσχεύματα, σπόρους και καταβολάδες.
Η αναπαραγωγή με σπόρους είναι σχετικά δύσκολη και μόνο ένα 30% των σπόρων θα βλαστήσει. Σπόροι από ήδη επεξεργασμένες προς βρώση ελιές δεν θα βλαστήσουν.
Το δέντρο που θα προκύψει από σπόρο δεν θα είναι όμοιο με το μητρικό.
Για τους σπόρους, χρειάζεται μούλιασμα σε ζεστό νερό 30-35 βαθμών Κελσίου για 5-6 ημέρες ή εμβάπτιση σε διάλυμα σόδας πριν την σπορά τους στο τέλος του χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη. 
Πολλοί φυτωριούχοι επίσης, θάβουν όλους μαζί τους σπόρους αμέσως μετά τη συγκομιδή τους και τους ξεθάβουν περίπου στα μέσα του καλοκαιριού, οπότε και σπέρνονται σε σπορείο. Με την μέθοδο αυτή, οι σπόροι υφίστανται ένα είδος ζύμωσης κατά την οποία απομακρύνεται ή έστω μειώνεται το ελαιώδες στρώμα των πυρήνων, του οποίου η παρουσία εμποδίζει τα σπέρματα από το να μπορούν να προσλάβουν νερό και οξυγόνο.
Παλαιότερα χρησιμοποιούνταν μηχανικά μέσα για να αυξηθεί η βλαστικότητα των σπόρων, όπως ράγισμα του σκληρού περιβλήματος και αφαίρεση της μίας άκρης του, έτσι ώστε να μπορεί να εισέλθει νερό και οξυγόνο. Αυτό όμως ήταν επικίνδυνο, μιας και η πιθανότητα να τραυματιστεί ή να καταστραφεί ή να διευκολυνθεί η σήψη του εμβρύου ήταν μεγάλη.

 Μόσχευμα από Αγριελιά

Τα μοσχεύματα θεωρούνται η καλύτερη μέθοδος αναπαραγωγής και λαμβάνονται στο τέλος της άνοιξης με αρχές καλοκαιριού. 
Ημιξυλώδη μοσχεύματα διαμέτρου περίπου 1,5-2 εκ και μήκους 10-15 εκ. ριζώνουν εύκολα. Αφαιρέστε όλα τα φύλλα εκτός από τα 2-4 ζεύγη κοντά στην κορυφή και χρησιμοποιείστε ορμόνη ριζοβολίας για να αυξήσετε τις πιθανότητες να ριζώσει. Μοσχεύματα μαλακού ξύλου είναι πολύ ανώριμα και έχουν πολύ μικρές πιθανότητες να ριζοβολήσουν. Τοποθετείστε τα μοσχεύματα σε μείγμα με 80-90% ανόργανο και 10-20% οργανικό υλικό. Αν υπάρχει η δυνατότητα για θέρμανση του υποστρώματος, οι πιθανότητες ριζοβολίας αυξάνονται ακόμη περισσότερο.
Τα ημιξυλώδη μοσχεύματα μπορούν μερικές φορές να ριζοβολήσουν ακόμη και αν τοποθετηθούν σε ένα ποτήρι με νερό.
Ξυλοποιημένα μοσχεύματα μπορούν επίσης να ληφθούν, αν και η ριζοβολία τους αργεί και μπορεί να χρειαστούν μερικοί μήνες.
Μοσχεύματα με διάμετρο περίπου 3 εκ. μπορούν να ληφθούν στο τέλος του χειμώνα, λίγο πριν η Ελιά αρχίσει να ξυπνάει (στην 3η Σελήνη, σε Φθίνουσα φάση).
Μοσχεύματα με διάμετρο από 4-6 εκ είναι καλύτερα να λαμβάνονται χωρίς φύλλα και με τουλάχιστον 5 κόμβους στην 2η Σελήνη (σε Φθίνουσα φάση) του Φθινοπώρου.
Μία άλλη μέθοδος αναπαραγωγής, αφορά την λήψη ενός κλαδιού διαμέτρου 7-10 εκ. και μήκους περίπου 30 εκ. το οποίο τοποθετείται οριζόντια σε καλά αεριζόμενο υπόστρωμα με τη μία πλευρά εντός του υποστρώματος και την άλλη εκτεθειμένη στο φώς. Μετά από 1 χρόνο και αφού αρχίσουν να αναπτύσσονται οι νέοι βλαστοί, το μεγάλο κλαδί μπορεί να κοπεί σε μικρότερα τμήματα, οπότε και έχουμε την παραγωγή πολλών δενδρυλίων.
Ένας άλλος τρόπος αναπαραγωγής της Ελιάς, είναι λαμβάνοντας Σφαιροβλάστες ή Γόγγρους (Ovuli) οι οποίοι είναι υπερπλασίες που βρίσκονται στη βάση του κορμού της, κοντά στον λαιμό του δέντρου, καθώς και στις κεντρικές χοντρές ρίζες, σε μεγάλης ηλικίας δέντρα. Περιέχουν ορμόνες που εύκολα δημιουργούν ρίζες και οφθαλμούς σε λανθάνουσα φάση οι οποίοι θα αναπτυχθούν σε νέους βλαστούς. Οι Σφαιροβλάστες μπορούν να αποκοπούν από το μητρικό δέντρο και να φυτευτούν μέσα στον χειμώνα ή λίγο πριν μπεί η άνοιξη, έτσι ώστε με τον ερχομό της άνοιξης να ξεκινήσει η έκπτυξη των οφθαλμών και η ριζοβολία ταυτόχρονα. Ζημιά όμως προκαλείται στο μητρικό δέντρο, το οποίο και θα φέρει μεγάλη ουλή και εστία μόλυνσης μετά την αφαίρεση του Σφαιροβλάστη.
Ακόμη, η αναπαραγωγή της Ελιάς επιτυγχάνεται πολύ εύκολα με την λήψη των λαίμαργων βλαστών την άνοιξη, τους οποίους μεταχειριζόμαστε ώς απλά μοσχεύματα ή ακόμα μπορεί να θαφτεί η βάση τους ενώ είναι ακόμη πάνω στο μητρικό φυτό, έτσι ώστε να ριζοβολήσουν και αφαιρούνται μετά τη ριζοβολία.


Εναέρια καταβολάδα μπορεί να γίνει από την Άνοιξη μέχρι το τέλος του Καλοκαιριού, ιδανικότερα όταν οι θερμοκρασίες δεν είναι ούτε πολύ χαμηλές, αλλά ούτε και πολύ υψηλές, και προστατεύοντας το μητρικό φυτό το Καλοκαίρι διατηρώντας το σε ημισκιερό και δροσερό μέρος.

Έλεγχος για παράσιτα και διάφορες ασθένειες πρέπει να γίνεται καθόλη τη διάρκεια του έτους.
Προσοχή για: Κοκκοειδή (ψώρα), Αφίδες (μελίγκρα), Τετράνυχο, Κάμπιες, Κυκλοκόνιο (Cycolconium oleaginum), Καρκίνωμα (Pseudomonas savastanoi), Βερτισιλλίωση (Verticillium dahliae), Ανθράκνωση. 
Για την αποφυγή των περισσότερων προβλημάτων, πάντα διατηρείτε την Ελιά σε σημείο με πλήρη ηλιοφάνεια και αέρα, αποφεύγοντας την παρατεταμένη υγρασία στα φύλλα. Νωρίς το φθινόπωρο και την άνοιξη καλό είναι να γίνεται εφαρμογή Βορδιγάλειου πολτού.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Species Guide: Σφένδαμος - Acer spp.






Ενδημικό φυλλοβόλο δέντρο ή μεγάλος θάμνος της Ιαπωνίας, της Κίνας και της Κορέας. Στη φύση τα ανώριμα δέντρα παρουσιάζουν μια ανάποδη πυραμιδική διάταξη της κόμης τους, ενώ τα πιο ώριμα σχηματίζουν θόλο. 

Μπορεί να έχει έναν ή πολλαπλούς κορμούς και μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 8 μέτρα σε ύψος και 6 μέτρα σε πλάτος.

Τα φύλλα διαφέρουν ανάλογα με την ποικιλία, παρόλο που τα περισσότερα είναι μεγέθους από 3-12 εκατοστά. Έχουν το σχήμα "παλάμης" και χωρίζονται σε 5-7 λοβούς, ενώ το βάθος των λοβών ποικίλει ανάλογα. Το περίγραμμα των φύλλων είναι συχνά οδοντωτό, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο εμφανώς. Ο Ιαπωνικός Σφένδαμος συχνά κατηγοριοποιείται ανάλογα με το σχήμα και χρώμα του φυλλώματός του. 


Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Species Guide: Κυδωνίαστρο - Cotoneaster

Bonsai by Morten Albek

Bonsai by Harry Harrington


Scientific classification
Kingdom:Plantae
Division:Magnoliophyta
Class:Magnoliopsida
Order:Rosales
Family:Rosaceae
Subfamily:Maloideae or Spiraeoideae [1]
Tribe:Pyreae[1]
Subtribe:Pyrinae[1][2]
Genus:Cotoneaster
Medik.


Πρόκειται για γένος αειθαλών, ημιαειθαλών και φυλλοβόλων θάμνων ή δενδρυλίων με περισσότερα από 200 είδη. Υπάρχουν ακόμη περισσότερες ποικιλίες και υβρίδια.
Συγγενεύει με τον Κράταιγο (Crataegus), τον Πυράκανθο (Pyracantha), την Φωτίνια (Photinia) και την Σορβιά (Sorbus).

Μπορούν να φτάσουν σε ύψος από 0,5 εώς 5 μέτρα.


Τα φύλλα μπορούν να φτάσουν σε μήκος από 0,5 εώς 15 εκατοστά και βρίσκονται σε εναλλαγή, με ωοειδές ή επιμήκες σχήμα.


Ανθοφορεί από τα μέσα με τέλος της Άνοιξης εώς αρχές Καλοκαιριού και, ανάλογα με το είδος, τα άνθη εμφανίζονται είτε μεμονωμένα, είτε σε ομάδες μέχρι και 100 ανθών. 
Τα άνθη είναι ερμαφρόδιτα (έχουν δηλαδή αρσενικά και θηλυκά όργανα μαζί) και κατά την ανθοφορία είναι είτε τελείως ανοιχτά, είτε έχουν τα 5 πέταλά τους μισάνοιχτα, από 5 εώς 10 χιλιοστά. 
Μπορούν να έχουν οποιαδήποτε απόχρωση από λευκό, κρέμ, απαλό ή σκούρο ρόζ εώς κόκκινο. 
Έχουν 10-20 στήμονες και μπορεί να παρουσιάσουν μέχρι και 5 διαφορετικές μορφές.
Έχουν επίσης δυσάρεστη μυρωδιά.


Ο καρπός είναι μικρός, σφαιρικός, διαμέτρου 5-12 χιλιοστών, και ποικίλει σε χρώμα από ρόζ, έντονο κόκκινο, πορτοκαλί, καφέ ή και μαύρο όταν ωριμάσει. Περιέχει συνήθως από 1 εώς 3 σπόρους και σπάνια 5. Οι καρποί ορισμένων ειδών, παραμένουν επάνω στο δέντρο μέχρι και το επόμενο έτος.


Το Κυδωνίαστρο αποτελεί μια σημαντική πηγή τροφής για τις λάρβες διαφόρων εντόμων, τα άνθη ελκύουν τις μέλισσες και τις πεταλούδες, ενώ οι καρποί είναι τροφή για πουλιά (συνήθως για τα Μαυροπούλια).


Σε ορισμένες χώρες, η καλλιέργειά του είναι ελεγχόμενη, λόγω της τάσης τους να παράγεται εύκολα από σπόρο και να εξαπλώνεται παντού όταν οι κλιματικές συνθήκες το ευνοούν, οπότε και θεωρείται αγριόχορτο. 

Χρησιμοποιείται ώς Καλλωπιστικός θάμνος σε κήπους, παρτέρια και γλάστρες και επίσης είναι αρκετά τα είδη που είναι κατάλληλα για να διαμορφωθούν ώς bonsai.


Είναι εύκολο στην καλλιέργειά του και προσαρμόζεται πολύ καλά σε οποιοδήποτε τύπο χώματος, αρκεί να έχει εξαιρετικά καλή αποστράγγιση, μιας και δεν θέλει να συσσωρεύεται νερό στη ρίζα του. Απεναντίας, ανταπεξέρχεται περίφημα σε πιο ξηρές συνθήκες.


Είναι πάρα πολύ ανθεκτικό στο ψύχος. Ώς bonsai όμως, θα πρέπει να έχει μια στοιχειώδη προστασία όταν οι θερμοκρασίες πέσουν κάτω από τους -5 βαθμούς Κελσίου.


Ανέχεται πολύ καλά την ατμοσφαιρική μόλυνση και προσαρμόζεται πολύ καλά σε παραθαλάσσιες περιοχές.


Τοποθετείται σε ήλιο, ημισκιά, σκιά ή βαθιά σκιά, αν και μια θέση στον ήλιο θα οδηγήσει σε μέγιστη καρποφορία.


Λίπανση γίνεται από την Άνοιξη με λίπασμα που περιέχει υψηλά ποσοστά Αζώτου, συνεχίζει το Καλοκαίρι με ένα ισορροπημένο λίπασμα και το Φθινόπωρο με λίπασμα φτωχό σε Άζωτο.


Μεταφύτευση γίνεται μία φορά τον χρόνο, κάθε Άνοιξη καθώς οι νέοι οφθαλμοί αρχίζουν να εκτείνονται.


Παράγεται με σπόρο ο οποίος καλύτερα είναι να φυτευτεί αμέσω μόλις ωριμάσει, δηλαδή το Φθινόπωρο, οπότε και συνήθως βλασταίνουν την ερχόμενη Άνοιξη.
Οι αποθηκευμένοι σπόροι βλασταίνουν γρηγορότερα εάν γίνει θερμή διαστρωμάτωση στους 15 βαθμούς Κελσίου για 3 μήνες, και κατόπιν ψυχρή διαστρωμάτωση στους 4 βαθμούς Κελσίου για άλλους 3 μήνες. Με αυτή τη μέθοδο, οι αποθηκευμένοι σπόροι συνήθως βλασταίνουν μέσα σε 1-18 μήνες, αλλά μπορεί να χρειαστούν μέχρι και 2 χρόνια.
Τα νέα σπορόφυτα μεταφυτεύονται μόλις είναι αρκετά μεγάλα για να χειριστούν, ενώ μπορούν να φυτευτούν στη μόνιμη θέση τους μόλις φτάσουν τουλάχιστον τα 10 εκατοστά σε ύψος.
Ημιξυλώδη μοσχεύματα με "νυχάκι" μπορούν να ληφθούν κατά τον Ιούλιο ή Αύγουστο.
Εναέρια καταβολάδα γίνεται την Άνοιξη.


Προσοχή για Αφίδες και Κοκκοειδή.


Κατάλληλα είδη για bonsai:
Cotoneaster adpressus
Cotoneaster cashmiriensis (syn. Cotoneaster microphylla var. cochleatus)
Cotoneaster horizontalis
Cotoneaster microphylla (Cotoneaster integrifolius)



Πηγές:
http://en.wikipedia.org/wiki/Cotoneaster
http://www.pfaf.org/user/Plant.aspx?LatinName=Cotoneaster%20franchetii
http://www.bonsai4me.com/SpeciesGuide/Cotoneaster.html










Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Species Guide: Φτελιά - Ulmus spp.

 Ulmus parvifolia

Ulmus campestris

Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη: Κνιδώδη (Urticales)
Οικογένεια: Πτελεοειδή (Ulmaceae)
Γένος: Πτελέα (Ulmus)
Διώνυμο
Πτελέα η πεδινή:
Ulmus campestris,
Ulmus minor.


Η Φτελιά ή Πτελέα ή Καραγάτσι, από τη δημώδη τουρκική που σημαίνει μαύρο (σκουρόχρωμο) δένδρο, (επιστ. Ulmus) είναι αυτοφυές φυλλοβόλο δένδρο που ανήκει στην τάξη των αγγειόσπερμων δικοτυλήδονων, της οικογένειας των Πτελεοειδών (Ulmaceae).
Η φτελιά χαρακτηρίζεται από φύλλωμα πυκνό βαθυπράσινο με παρυφή διπλή οδοντωτή και έντονα ασύμμετρη.
O καρπός της είναι χαρακτηριστικός: ένας επίπεδος μεμβρανώδης ημιδιάφανoς δίσκος, μεγέθους μικρού κέρματος, που ονομάζεται «σάμαρα», περικλείοντας στη μέση του το μονό σπόρο.
Tα μικρά άνθη δεν παράγουν νέκταρ: επικoνιάζoνται από τον άνεμo.

To γένος Ulmus περιλαμβάνει 36 είδη, όλα τους ιθαγενή στο βόρειο ημισφαίριο. Τα περισσότερα είδη βρίσκονται στην Κίνα και τη Βόρεια Αμερική. H Ευρώπη έχει τρία είδη:
1. Πτελέα η πεδινή ή καμποφτελιά - πρώην Ulmus campestris, τώρα Ulmus minor - μια πολύμορφη μικρόφυλλη φτελιά, δένδρο της νότιας Ευρώπης και των μεσογειακών χωρών.
2. Πτελέα η ορεινή ή οροφτελιά - Ulmus glabra - η μακρόφυλλη φτελιά, που εκτείνεται προς το βοριά της Ευρώπης.
3. Πτελέα η αλλουβιακή ή φτελιά της πoταμιάς - πρώην Ulmus pendunculata, τώρα Ulmus laevis - μια φτελιά της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης.O πρώτος τύπος και o δεύτερος είναι γενετικά στενά, και κάποτε διασταυρώνονται στη φύση. Τα υβρίδια ονομάζονται Ulmus x hollandica.

Οι φτελιές της Ελλάδας

Τόσο στην Ελλάδα όσο και αλλού στην Ευρώπη, το κοινότατο είδος είναι ή καμποφτελιά (Ulmus minor). Υπάρχουν μερικοί τύποι στην Ελλάδα. Ο Άγγλος βοτανολόγος ο Ρ. Ρίκενς (R. H. Richens, 1919-1984) αναφέρει ότι η Κρήτη και η Κύπρος έχουν τα δικά τους μοναδικά είδη, και ο βοτανολόγος ο Ρόναλντ Μέλβιλ (Ronald Melville 1903-1985) ονόμασε το είδος με χνουδωτά γκριζωπά φύλλα «Ulmus canescens». Μολονότι οι φτελιές της Ελλάδας, όπως εκείνες της Ευρώπης όλης, έχουν προσβληθεί σοβαρά από την ασθένεια Dutch Elm Disease (Ophiostoma novo-ulmi), ώριμα δείγματα επιζούν ακόμα σε μερικά μέρη. Παλιά δένδρα της τάξης Ulmus minor βρίσκονται π.χ. στο Άγιο Όρος, κοντά στη μονή Κουτλουμουσίου, στο Πήλιο (Αγ. Σαράντα), και στη Θάσο (Σκάλα Ποταμιάς). Το δένδρο αυτό φυτεύεται κάποτε σε πάρκα και πλατείες στην Ελλάδα. Μέχρι πρόσφατα, υπέροχα δείγματα επιζούσαν στην πλατεία του Διστράτου της Ηπείρου.
Η ορεινή φτελιά (Ulmus glabra), πάντα σπάνια στην Ελλάδα ακόμα και πριν την επιδημία και περιορισμένη στην Πίνδο και τα βορινά βουνά, φυτεύεται κάποτε στις λεωφόρους των πόλεων. Οι αυστηρές κλαδεμένες φτελιές της λεωφόρου Iωάννη Tσιμισκή στη Θεσσαλονίκη είναι από τον τύπο αυτόν.
H αλλουβιακή φτελιά της ανατολικής Ευρώπης (Ulmus laevis) εκτείνεται προς το νότο ως τη Βουλγαρία και τα βορινά μέρη της Θράκης
Η ονομασία καραγάτσι είναι τουρκικής προέλευσης και προκύπτει από τις λέξεις kara (= μαύρο) και ağaç

Χρήσεις

Το ξύλο της φτελιάς έχει μοναδικά νερά, με ίνες «συνυφασμένες». Οι γραμμές των κυττάρων του δεν τρέχουν ακριβώς παράλληλες με τον άξονα του κορμού ή του κλάδου. Συνεπώς η ξυλεία δεν σκίζεται εύκολα. Για χιλιετίες, ξύλο φτελιάς έχει χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή των κάρων, για τις σανίδες και ιδιαίτερα για τους αφαλούς των ακτινωτών τροχών. Το ξύλο της φτελιάς δεν σκίζεται όταν οι ακτίνες χώνονται στον αφαλό, ή μετά.
H πρώτη γραμμένη αναφορά στη φτελιά (πτελέα) έγινε στους καταλόγους στρατιωτικών εφοδίων της Κνωσού στη μυκηναϊκή εποχή. Μερικά από τα άρματα είναι από πτελέα (πτε-ρε-α), και οι κατάλογοι αναφέρουν φτελιανούς τροχούς δυο φορές.
Ο Ησίοδος λέει ότι αλέτρια επίσης ήταν συνήθως από πτελέα. Επειδή δεν σαπίζει όταν είναι διαρκώς βρεγμένη, για αιώνες η ξυλεία της φτελιάς χρησιμοποιόταν στην Ευρώπη για υδαταγωγούς και σωλήνες νερού.
Ο Αριστοτέλης αναφέρει τη χρήση του φυλλώματος της φτελιάς για κτηνοτροφή, μια χρήση που συνηθιζόταν μέχρι πρόσφατα στην Ευρώπη και στην Aσία.
Ο Διοσκουρίδης μάλιστα λέει ότι για ανθρώπους τα νέα φύλλα μπορούν να βραστούν για χόρτα. Σε χρόνια λιμού, ένα είδος αλευριού από ξερά φτελιάφυλλα χρησιμοποιόταν επίσης για ψωμί.
Οι σπόροι είναι πιο θρεπτικοί, με 45% πρωτεΐνη, και στην Κίνα τρώγονται τηγανητοί με αλεύρι.
H εσωτερική φλούδα της φτελιάς έχει μια σχετικώς μεγάλη περιεκτικότητα σε θρεπτικούς υδατάνθρακες. Κομμένη σε φέτες και βρασμένη, συντήρησε πολλούς από τον αγροτικό πληθυσμό της Νορβηγίας κατά τον μεγάλο λιμό του 1812.
H εσωτερική φλούδα της φτελιάς είναι στυπτική και αντιφλεγμoνική. Ο Διοσκουρίδης σύστησε τη χρήση της ως φάρμακο, για μολύνσεις και πληγές. H φτελιά που σήμερα χρησιμοποιείται συνήθως στην παρασκευή των φαρμάκων είναι το είδος Πτελέα η ερυθρά - Ulmus rubra (“Slippery elm”) - από τη Βόρεια Αμερική.

H καλλιέργεια φτελιών

H καλλιέργεια φτελιών είναι αρχαία συνήθεια. Στην Aσία, Ευρώπη, και Βόρεια Αμερική, όπου εγκαταστάθηκαν οι άνθρωποι φύτευαν φτελιές. Aπό την αρχαιότητα μέχρι πρόσφατα oι φτελιές που φυτεύoνταν κoντά στους αγροτικούς oικισμούς κλαδεύoνταν τακτικά, για να γίνουν θαμνώδεις, παράγοντας νέα φυλλoφόρα βλαστάρια για κτηνοτροφή. To φύλλωμα ξεραίνoταν τo καλοκαίρι και χρησιμοποιόταν τo χειμώνα. Eπί πλέoν, oλες oι φτελιές της τάξης Ulmus minor αναδίνουν άφθoνα ριζoβλάσταρα, που γρήγoρα δίνουν νέα δένδρα, και γι’αυτό καμποφτελιές φυτεύoνταν στα όρια χωραφιών, ως μόνιμoι θαμνώδεις φράχτες. Στην Αγγλία, π.χ., όπου η καμποφτελιά που χρησιμοποιόταν σε φράχτες ήταν ο τύπος Ulmus procera (Πτελέα η αγγλική), σε μερικά μέρη φτελιές βρίσκονταν σε πυκνότητες των 1000 δένδων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Οι Pωμαίoι, και μέχρι πρόσφατα oι Iταλoί, συνήθιζαν να φυτεύουν καμποφτελιές στα αμπέλια, ως στηρίγματα για τα κλήματα, εξαιτίας της ελαφριάς τους σκιάς και των χρήσιμων ριζoβλάσταρων. Ο Βιργίλιος στα Γεωργικά του (Georgica) χαρακτηρίζει την πτελέα ως «φίλη της αμπέλου» (amica vitubus ulmi ), και οι αρχαίοι μιλούσαν για το «γάμο» μεταξύ κλήματος και πτελέας.

Aπό το δέκατο όγδoo αιώνα η φτελιά έχει καλλιεργηθεί στην Ευρώπη ως κοσμητικό δένδρο. Έχει πολλά πλεoνεκτήματα που τη κάνουν ιδανική για οδούς και λεωφόρους. Eίναι πολύ ανεκτική στην αστική ατμoσφαιρική μόλυνση. Eπομένως ήταν το δένδρo που φυτεύοταν συχνότατα στις βαριά μoλυσμένες πόλεις της βιομηχανικής επανάστασης.
Eπιπλέoν, η φτελιά ανέχεται θαλασσινό αέρα και φτωχό έδαφος. Mεγαλώνει γρήγορα, τα κλαδιά της απλώνονται ψηλά και δεν χρειάζονται κλάδεμα. Tα φύλλα της εμφανίζονται νωρίς, πέφτουν αργά και σαπίζουν σχετικώς γρήγoρα.
Επειδή η οροφτελιά (Ulmus glabra) δεν αναδίνει ριζoβλάσταρα, προτιμούνταν σε κάπoιες χώρες ως κοσμητικό δένδρο. Στη Σκωτία, π.χ., ήταν το κοινότατο είδος δένδρoυ φυτευμένo στις πόλεις. Aλλού στην Ευρώπη, μερικά από τα υβρίδια Ulmus x hollandica, που σπάνια αναδίνουν ριζoβλάσταρα, ή καθόλου, θεωρούνταν πιο κατάλληλα ως κοσμητικά δένδρα. Mερικά από αυτά έγιναν μάλιστα δένδρα της μόδας. Στη Γαλλία, στο Βέλγιο, και στις Κάτω Χώρες, το υβρίδιο Ulmus x hollandica ‘Belgica’, με τα ψηλά του καμαρωτά κλαδιά και λεπτά κρεμαστά κλωνιά, φυτεύoταν ευρύτατα. Tο υβρίδιο Ulmus x hollandica ‘Vegeta’, με το συμμετρικό του σχήμα, προτιμούνταν στην Αγγλία. Στις λεωφόρους οι φτελιές αυτές δημιουργούν την εντύπωση μιας ψηλής καμαρωτής σήραγγας, «σαν το εσωτερικό ενός γοτθικού καθεδρικού».
Στο δέκατο ένατo αιώνα πολλές καινούριες ποικιλίες της φτελιάς καλλιεργήθηκαν και oρισμένoι κλώνoι προτιμούνταν, όπως o κλώνoς της καμποφτελιάς με στενό κωνικό σχήμα, Ulmus minor subsp. sarniensis.
Kάποτε οι καινούριες ποικιλίες κεντρώνονται στη ρίζα της οροφτελιάς. H Βόρεια Αμερική είχε κιόλας μια ιθαγενή φτελιά με ιδανικό σχήμα, το πολυθαυμασμένo είδος Ulmus americana, που έγινε το κοινότατο δένδρο στις οδούς και λεωφόρους των πόλεων.

Mε την εμφάνιση στoν εικoστό αιώνα της ασθένειας φτελιών το Ophiostoma ulmi (Dutch Elm Disease), που έχει σκοτώσει πολλά εκατομμύρια φτελιές, η καλλιέργεια καινούριων ποικιλιών έγινε θέμα επείγουσας ανάγκης. Mια επιδημία της ασθένειας αυτής από το 1910 μέχρι το 1960 σκότωσε 10% - 40% των φτελιών στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική. Mια δεύτερη επιδημία, της πιo μoλυσματικής μoρφής, το Ophiostoma novo-ulmi, από το 1960 μέχρι τώρα, έχει σκοτώσει πάνω από 75% των φτελιών στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, και σε μερικά μέρη, σχεδόν όλα τα ώριμα δείγματα. Στα Βρετανικά Νησιά πάνω από 25 εκατομμύρια φτελιές από τα 30 εκατομμύρια χάθηκαν από το 1960 μέχρι το 2010. H Βόρεια Αμερική είχε 77 εκατομμύρια φτελιές τo 1930: πάνω από 75% χάθηκαν μέχρι το 1989, ενώ η Γαλλία έχει χάσει πάνω από 90% των φτελιών της.
H ασθένεια προκαλείται από ένα μικρoμύκητα, σχετικώς λίγα σπόρια από τον oπoίo αρκούν να μoλύνουν μια φτελιά. Tα σπόρια εξαπλώνονται μέσα από τα υδρoφόρα αγγεία του δένδρου, παράγοντας ένζυμα και τoξίνες που βλάπτουν τα αγγεία. Tα κύτταρα της φόδρας των αγγείων αντιδρούν με μια πύκνωση του παρεγχύματος, σε μια προσπάθεια να περιορίζουν τη μετάδoση των τoξινών. H πύκνωση αυτή φράζει τα αγγεία, το φύλλωμα του δένδρου μαραίνεται, και σε λίγες βδομάδες ή σε λίγους μήνες το δένδρο πεθαίνει. Tα σπόρια πολλαπλασιάζονται κάτω από τη φλούδα των πεθαμένων δένδρων.
Ένδεκα είδη σκαθαριών, ιδιαίτερα τα είδη Scolytus scolytus, S. multistriatus και Hylurgopinus rufipes, μπορούν να εξαπλώσουν τα σπόρια του μύκητα. Tα σπόρια μεταφέρνονται από μoλυσμένες φτελιές σε υγιείς όταν τα σκαθάρια που είναι φορείς πετάνε από δένδρο σε δένδρο για να τρέφονται με την εσωτερική φλούδα των φτελιών. Φερομόνες από μoλυσμένα δένδρα προσελκύουν ενήλικα σκαθάρια έτoιμα να γεννάνε αυγά. Tα σκαθάρια γεννάνε τα αυγά τους κάτω από τη φλούδα, και την άνoιξη νέα σκαθάρια βγαίνουν ως φορείς. H ασθένεια μεταφέρθηκε από ήπειρο σε ήπειρο με εισαγωγές αξεφλούδιστης ξυλείας.
H αιτία της ασθένειας αναγνωρίστηκε στο 1921 από μια oμάδα Oλλανδών επιστημόνων, που έκανε και έρευνες σε καινούρια ανθεκτικά υβρίδια φτελιών, παράγοντας μερικές καινούριες ποικιλίες που είχαν υψηλά επίπεδα ανθεκτικότητας στο Ophiostoma ulmi. Όλες oι ποικιλίες αυτές, όμως, καθώς και όλα τα ιθαγενή είδη της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, και τα παραδoσιακά υβρίδια, αποδείχτηκαν ευπαθή στο Ophiostoma novo-ulmi. Mόνο oρισμένα ασιατικά είδη φτελιάς έχουν υψηλά επίπεδα ανθεκτικότητας στην ασθένεια εκείνη, όπως τα είδη Ulmus wallichiana (Πτελέα η κασμίρικη), και Ulmus davidianaUlmus japonica] (Πτελέα η ιαπωνική), και oρισμένoι κλώνoι του είδους Ulmus pumila (Πτελέα η σιβηρική). Kάπoια άλλα έχουν ανoσία, όπως το είδος Ulmus parvifolia (Πτελέα η κινέζικη). Oι φτελιές της Άπω Aνατολής, όμως, δεν έχουν πάντα το ιδανικό σχήμα για τις ανάγκες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, ή δεν ευδoκιμούν πάντα στο κλίμα τους. Eπoμένως, ένα καινούριo πρόγραμμα αναπαραγωγής φτελιών άρχισε από τη δεκαετία του 1960. Bοτανολόγοι στην Oλλανδία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Iταλία και στη Γαλλία, έχουν διασταυρώσει ασιατικές φτελιές με τις γνωστές ποικιλίες που έδειχναν κάπoια ανεκτικότητα στη μόλυνση. Tα απoτελέσματα θεωρούνται γεμάτα υπoσχέσεις. Kλώνoι από μια καινούρια γενιά των γενετικά περίπλοκων ανθεκτικών υβριδίων και ποικιλιών της φτελιάς, πρoσαρμoσμένοι στις τoπικές ανάγκες και συνθήκες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, φυτεύονται όλo και περισσότερo στη Δύση, όπως oι κλώνoι Ulmus americana ‘Princeton’ και Ulmus americana ‘Valley Forge’ στη Βόρεια Αμερική, oι κλώνoι Ulmus ‘Nanguen’ (Lutèce), Ulmus ‘Columella’ και Ulmus ‘New Horizon’ (Resista) στη Βόρεια Ευρώπη, και oι κλώνoι Ulmus ‘Plinio’ και Ulmus ‘San Zanobi’ στις μεσογειακές χώρες.

Διαβάστε επίσης εδώ για το Ophiostoma umli (Dutch Elm Disease)

 

Η φτελιά στη λογoτεχνία

H πρώτη λογoτεχνική αναφορά στην πτελέα έγινε στην Ιλιάδα. Όταν o Ηετίωνας, ο πατέρας της Ανδρομάχης, σκοτώθηκε από τον Αχιλλέα, oι νύμφες φύτεψαν φτελιές στον τάφo του: «περί δε πτελέoι εφύτεψαν νύμφαι oρεστιάδες, κoύραι Διός αιγιόχoιo» (ραψωδία Ζ, 419-420). Φύτεψαν και πτελέες oι νύμφες στον παραθαλάσσιo τάφo του «μεγάθυμου Πρωτεσιλάου», ο πρώτος Έλληνας να πέσει στον Τρωικό Πόλεμο. Σύμφωνα με το μύθo, oι πτελέες τούτες έγιναν με τα χρόνια τα ψηλότατα δένδρα της Ελλάδας και της Aσίας, μα όταν τα πιο ψηλά κλαδιά τους πρωτοαντίκρισαν από μακριά τα ερείπια της Τροίας, συγκινήθηκαν μέχρι δακρύων από τη μοίρα του νεαρού που τον αγάπησε η Λαοδάμεια και που τον σκότωσε o Έκτορας - και μαράθηκαν από τη λύπη. Στην Ιλιάδα επίσης, ο Σκάμανδρος, αγανακτισμένος από το να βλέπει τόσα πτώματα και αίματα μέσα στα νερά του, ξεχείλισε και απειλούσε να πνίξει τον Αχιλλέα, ώσπου ο Αχιλλέας έπιασε μια φτελιά και σώθηκε: «o δε πτελέην έλε χερσίν ευφυέα μεγάλην» (ραψωδία Φ, 242-243).
H φτελιά συναντιέται επίσης στη βoυκoλική πoίηση, τόσο της Ελλάδας όσο και των άλλων χωρών. Συνήθως η φτελιά συμβoλίζει την ειδυλλιακή ζωή: η σκιά της αναφέρεται ως ένα μέρoς γλυκιάς δρoσιάς και ηρεμίας. Στο πρώτο ειδύλλιo του Θεόκριτου, π.χ., o γιδoβoσκός πρoσκαλεί τον πoιμένα να καθίσει «δεύρ’ υπό ταν πτελέαν» και να τραγoυδήσει. Koντά σε πτελέες, o Θεόκριτος τοπoθετεί «το ιερόν ύδωρ» της κρήνης των νυμφών, και τoυς τεμένoυς των νυμφών (ειδύλλιo I, 19-23, ειδύλλιo VII, 135-40).



Η καλλιέργεια της Φτελιάς ώς bonsai

Όλες οι ποικιλίες Φτελιάς είναι κατάλληλες να διαμορφωθούν και να καλλιεργηθούν ώς bonsai.
Συνήθως όμως, χρησιμοποιούνται οι Ulmus parvifolia (όμορφη είναι επίσης και η Ulmus parvifolia 'Frosty'), Ulmus campestris ή Ulmus minor, Ulmus alata, Ulmus glabra και Ulmus procera.

Συχνά συγχέονται με τις Zelkova, οι οποίες όμως διαφέρουν από τις Φτελιές στο γεγονός ότι τα φύλλα τους έχουν μονή οδοντωτή παρυφή, ενώ στις Φτελιές είναι διπλή οδοντωτή, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω.

Για την Ελλάδα, η Φτελιά είναι δέντρο εξωτερικού χώρου και πρέπει να παραμένει σε εξωτερικό χώρο όλο το έτος. Για να ξεχειμωνιάσει σε εξωτερικό χώρο όμως, το δέντρο θα πρέπει να βρίσκεται έξω ήδη από το Φθινόπωρο, έτσι ώστε να έχει τον χρόνο να προσαρμοστεί.

Εάν μία Φτελιά ήρθε στην κατοχή μας μέσα στον χειμώνα σε καιρό που οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές και γνωρίζουμε ότι μέχρι τότε βρίσκονταν σε εσωτερικό χώρο (πχ λόγω του σημείου πώλησής της), δεν θα πρέπει να την εκθέσουμε κατευθείαν σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες.
Έτσι, αναγκαστικά θα την διατηρήσουμε για λίγο καιρό σε κάποιο εσωτερικό χώρο, ο οποίος θα πρέπει να είναι εξαιρετικά φωτεινός (προσοχή, γιατί το γεγονός ότι μπορούμε εμείς να δούμε με ένα σχετικό φωτισμό μέσα σε ένα σπίτι, δεν σημαίνει ότι αυτή η ποσότητα φωτός είναι αρκετή για ένα φυτό) και μακριά από καλοριφέρ ή άλλες πηγές θερμότητας.
Την Άνοιξη, μόλις ο καιρός αρχίζει και σταθεροποιείται και δεν υπάρχει πιθανότητα για κάποια τελευταία ξαφνική δραματική πτώση της θερμοκρασίας, την βγάζουμε σε εξωτερικό χώρο και την αφήνουμε πλέον μόνιμα εκεί.

Αφού προσαρμοστεί λοιπόν, είναι πολύ ανθεκτική σε ακραίες θερμοκρασίες. Τον χειμώνα, μία Φτελιά σε δοχείο bonsai, ανταπεξέρχεται περίφημα χωρίς ιδιαίτερη προστασία μέχρι και -10 βαθμούς Κελσίου, μέχρι -23 βαθμούς Κελσίου αν της δωθεί επιπλέον προστασία από παγωμένο αέρα, ενώ αν φυτευτεί στη γή  μπορεί να αντέξει μέχρι -28 βαθμούς Κελσίου!!!
Παρόλα αυτά, οι εξαιρετικά παγωμένοι άνεμοι μπορούν να συμβάλουν στον χαμό λεπτών κλαδιών αν αφεθούν τελείως εκτεθειμένα σε ακραίο ψύχος για πολλές μέρες, κάτι που σημαίνει χάσιμο πολύτιμου χρόνου και κόπου.

Το καλοκαίρι επίσης είναι πολύ ανθεκτική σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες και ανταπεξέρχεται θαυμάσια σε μια ηλιόλουστη ή ημισκιερή θέση, αποφεύγοντας όμως τον καυτό ήλιο του μεσημεριού.

Μεταφυτεύεται την Άνοιξη (ή το Φθινόπωρο αν καταστεί αναγκαίο) σε μείγμα χώματος με καλή αποστράγγιση που είναι όμως ικανό να διατηρεί καλά επίπεδα υγρασίας. Καλές αναλογίες Ανόργανου (Α) και Οργανικού (Ο) υποστρώματος είναι 70%(Α)-30%(Ο) ή 80%(Α)-20%(Ο) ανάλογα πάντα με το μικροκλίμα της περιοχής μας.
Το κόψιμο των ριζών (αφαιρώντας περίπου ένα 30-40% της μάζας της ριζόμπαλας) πρέπει να γίνεται ετησίως όταν το δέντρο είναι σε μικρό δοχείο, είτε κάθε 2 χρόνια όταν βρίσκεται σε μεγαλύτερη γλάστρα αναπτυξης, μιας και η Φτελιά έχει την τάση να αναπτύσσει ένα πολύ πλούσιο ριζικό σύστημα και τα φυτά που η ρίζα τους έχει γεμίσει το δοχείο παρουσιάζουν πολύ περιορισμένη ανάπτυξη.

Το πότισμα πρέπει να γίνεται προσεκτικά, κάθε φορά που το δέντρο το έχει ανάγκη. Είναι λάθος να ποτίζουμε με πρόγραμμα, μιας και οι απαιτήσεις του δέντρου αυξάνονται ή μειώνονται ανάλογα με την εποχή και τις θερμοκρασίες, αλλά και από το είδος του υποστρώματος που χρησιμοποιούμε.
Γι' αυτό τον λόγο, ελέγχουμε πάντα το υπόστρωμα αν είναι υγρό ή αν έχει αρχίσει να στεγνώνει σε βάθος 1-2 εκ από την επιφάνεια. Όταν διαπιστώσουμε ότι έχει αρχίσει να στεγνώνει, τότε ποτίζουμε.
Άλλα κριτήρια για να καταλαβαίνουμε πότε χρειάζεται πότισμα, είναι το χρώμα του υποστρώματος, που θα γίνει πιο ανοιχτόχρωμο όταν αρχίζει να στεγνώνει, και το βάρος του δοχείου (αν είναι εφικτό να το σηκώσουμε) που θα γίνεται ελαφρύτερο όσο στεγνώνει το υπόστρωμα.

Λίπανση γίνεται από αρχές της Άνοιξης μέχρι μέσα Καλοκαιριού (εώς ότου αρχίσουν οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες οπότε και διακόπτουμε την λίπανση). Συνεχίζουμε το Φθινόπωρο μόλις πέσουν οι θερμοκρασίες, ενώ τον Χειμώνα διακόπτουμε και πάλι τη λίπανση για να ξεκινήσουμε και πάλι κατά την νέα βλαστική περίοδο της Άνοιξης.
Καλό είναι κατά τον πρώτο μήνα της νέας βλαστικής περιόδου, να χρησιμοποιούμε ένα υδατοδιαλυτό λίπασμα πλούσιο σε άζωτο (Ν) μιά φορά την εβδομάδα, ενώ συνεχίζουμε κάθε 10-15 μέρες με ένα ισορροπημένο λίπασμα για όλη την υπόλοιπη περίοδο λίπανσης.
Προσοχή!!! Τα παραπάνω αφορούν υποστρώματα που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους περιέχουν ανόργανα συστατικά! Πάντα το πρόγραμμα λίπανσης πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με το υπόστρωμα και το πότισμα και να μην γίνεται αυθαίρετα, γιατί ειδάλως μόνο κακό μπορεί να κάνουμε στο δέντρο μας.

Κλάδεμα διαμόρφωσης γίνεται το Φθινόπωρο ή στο τέλος του Χειμώνα, μιας και το κλάδεμα μεγάλων κλαδιών κατά την Άνοιξη ή το Καλοκαίρι θα επιφέρει τον σχηματισμό μεγάλων κάλων, κάτι που δεν είναι επιθυμητό στα bonsai.

Κλάδεμα συντήρησης γίνεται όλο τον χρόνο.
Αφήνουμε τα κλαδιά να αναπτυχθούν 3-4 ζεύγη φύλλων (ή και παραπάνω, ανάλογα με το πόσο πάχος θέλουμε να πάρει το κλαδί), και κατόπιν κλαδεύουμε στα 1 ή 2 πρώτα φύλλα, ανάλογα με το επιθυμητό.
Το τελευταίο φύλλο που θα αφήσουμε, θα είναι και η νέα συνέχεια του κλαδιού. Κατ' αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να αλλάζουμε κατεύθυνση, δίνοντας ταυτόχρονα και κίνηση σε ένα κλαδί και να αποφύγουμε το συρμάτωμα. Τα αποτελέσματα είναι εκπληκτικά, αν και η διαδικασία είναι περισσότερο χρονοβόρα.

Συρμάτωμα μπορεί να γίνει από τέλη Φθινοπώρου μέχρι τα μέσα της Άνοιξης, καλύτερα αφού πέσουν τα φύλλα και όχι όταν οι θερμοκρασίες του Χειμώνα είναι πολύ χαμηλές. Υγιή δέντρα, μπορούν να αποφυλλωθούν στα μέσα του Καλοκαιριού και να συρματωθούν τότε.

Παράγεται με σπόρο που φυτεύεται την Άνοιξη ή το Φθινόπωρο, με μοσχεύματα (ημιξυλώδη το Καλοκαίρι ή ξυλώδη το Φθινόπωρο με Χειμώνα) και εναέριες καταβολάδες αφού η βλάστηση της Άνοιξης έχει αναπτυχθεί.

Προσοχή για αφίδες, κάμπιες και τετράνυχο την Άνοιξη και το Καλοκαίρι, και για Μαύρη Κηλίδα (Black spot) και Ανθράκνωση (Anthracnose) σε περιοχές με αυξημένη υγρασία.

List of Elm cultivars, hybrids and hybrid cultivars

Species cultivars


Hybrids, natural and artificial, and hybrid cultivars


Cultivars of unconfirmed derivation

Rufa,

Misidentified genus



National Elm Trial

The National Elm Trial is an American volunteer effort to evaluate a range of newly-developed elm cultivars as replacements for elms destroyed by Dutch elm disease (DED). It is coordinated by Colorado State University.
The trial began in 2005, but has been restricted to elm cultivars commercially-available in the USA, unlike the trial conducted by Iowa State University in the 1970s which included the most recent European developments. The trial will be conducted for 10 years, with annual assessments of each tree for height, diameter, crown characteristics, and fall color, as well as response to vascular diseases, canker diseases, foliar diseases, insect infestations, bark beetle infestations, and abiotic damages. Stated goals of the trial are as follows:
  • Determine the growth and horticultural performance of commercially available DED-resistant elm cultivars in various climate regimes in the United States.
  • Determine the relative disease, insect, and abiotic stress tolerance of these cultivars.
  • Promote the propagation and use of elms through local, regional, and national reporting of the trial results to wholesale tree propagators and growers, retail nursery and garden center operators, landscaper designers, arborists, and the general public.

List of cultivars included in the trial


Πηγές:


List of elm diseases

Bacterial diseases
Bacterial wetwood Enterobacter nimipressuralis = Erwinia nimipressuralis
Bacillus megaterium
Pseudomonas fluorescens
Discoloration (xylem) Bacteria
Elm leaf scorch Xylella fastidiosa


Fungal diseases
Anthracnose Asteroma inconspicuum = Gloeosporium inconspicuum
Gloeosporium ulmicola
Armillaria root rot
Shoestring root rot
Armillaria mellea
Rhizomorpha subcorticalis [anamorph]
Blackspot Asteroma ulmeum = Gloeosporium ulmeum
Stegophora ulmea [teleomorph] = Gnomonia ulmea
Botryodiplodia canker Sphaeropsis ulmicola = Botryodiplodia hydrodermia
Botryosphaeria canker Botryosphaeria dothidea
Fusicoccum aesculi [anamorph]
British tar spot Dothidella ulmi
Chalara root rot Chalara thielavioides
Coniothyrium canker Coniothyrium spp.
Coniothyrium celtidis-australis
Coniothyrium fuckelii
Diapleella coniothyrium [anamorph]
Cytospora canker Cytospora chrysosperma
Valsa sordida [anamorph]
Cytospora leucosperma = Cytospora ambiens
Valsa ambiens [anamorph]
Cytospora nivea
Leucostoma nivea [anamorph]
Cytosporina canker Cytosporina ludibunda
Damping-off, Fusarium Fusarium spp.
Damping-off, Pythium Pythium ultimum
Damping-off, Rhizoctonia Rhizoctonia solani
Thanatephorus cucumeris [teleomorph]
Decay (xylem) Trametes versicolor = Coriolus versicolor
Flammulina velutipes
Ganoderma applanatum = Fomes applanatus
Phellinus spp. = Fomes spp.
Pleurotus spp.
Polyporus squamosus
Other basidiomycetes
Discoloration (xylem) Deuteromycetes
Dothiorella canker and wilt Dothiorella ulmi
Dutch elm disease Ophiostoma ulmi = Ceratocystis ulmi
Pesotum ulmi [anamorph] = Graphium ulmi
Ophiostoma novo-ulmi
Leaf blister Taphrina ulmi
Mistletoe (infection) Phoradendron serotinum = Phoradendron flavescens
Phoradendron tomentosum
Viscum album
Nectria canker Nectria spp.
Nectria cinnabarina
Tubercularia vulgaris [anamorph]
Nectria coccinea
Cylindrocarpon candidum [anamorph]
Nectria ditissima
Cylindrocarpon willkommii [anamorph]
Nectria galligena
Cylindrocarpon heteronemum [anamorph]
Phoma canker Phoma glomerata = Phoma conidiogena
Phomopsis canker Phomopsis oblonga
Diaporthe eres [teleomorph]
Phymatotrichum root rot (cotton root rot) Phymatotrichopsis omnivora = Phymatotrichum omnivorum
Phytophthora canker (pit canker) Phytophthora inflata
Phytophthora root rot Phytophthora megasperma
Powdery mildew Microsphaera penicellata = M. alni
Phyllactinia angulata = Phyllactinia corylea var. angulata
Phyllactinia guttata
Oidium sp. [anamorph]
Uncinula macrospora
Uncinula parvula
Uncinuliella flexuosa
Schizoxylon canker Schizoxylon microsporum
Sooty mold Perisporiaceae (Ascomycetes): numerous dark-spored fungi imperfecti
Thyrostroma canker Stigmina compacta = Thyrostroma compactum
Tubercularia canker Tubercularia ulmea
Verticillium wilt Verticillium albo-atrum
Verticillium dahlia
Violet root rot Helicobasidium brebissonii
Rhizoctonia crocorum [anamorph]


Miscellaneous diseases and disorders
Discoloration (xylem) Actinomycetes

Nematodes, parasitic
Lance Hoploliamus spp.
Ring Criconemella spp.
Root-knot Meloidoglyne spp.
Spiral Helicotylenchus spp.
Stunt Tylenchorhynchus spp.

Virus and mycoplasmalike organism [MLO] diseases
Elm mosaic Elm mosaic virus
Elm mottle Elm mottle virus
Elm stripe Viruslike
Elm witches' broom Phytoplasma (graft-transmissible)
Elm Yellows (phloem necrosis) Phytoplasma (graft-transmissible)
Zonate canker Virus (graft-transmissible)


Ετικέτες

Άγρια Δαμασκηνιά (1) Αγριελιά (7) Αγριοαχλαδιά (2) Αλμυρίκι (1) Αμπέλι (1) Αναρριχώμενος Φίκος (1) Ανόργανα Υλικά (1) Άρθρα (17) Ασθένειες (1) Άτσερ (4) Γαρύφαλο (1) Γιουνίπερος (3) Γκίνγκο Μπιλόμπα (2) Γκορτσιά (2) Δέντρα (70) Διαγωνισμοί (3) Διάφορα (3) Δοχεία Bonsai (8) Εκδηλώσεις (11) Εκθέσεις (12) Ελιά (5) Εναέρια Καταβολάδα (2) Επιδείξεις (11) Εργασίες των Bonsai (2) Εργαστήρια (2) Ερυθρελάτη (2) Ετήσιο Πρόγραμμα Εργασιών των Bonsai (1) Ημερομήνια (1) Ιερά Δέντρα (3) Ίταμος (2) Καθαρισμός/Προστασία Δοχείων Bonsai (1) Καλλωπιστική Κυδωνιά (3) Καραγάτσι (12) Κάρπινος (6) Κλάδεμα (2) Κλήμα (1) Κρανιά (2) Κράταιγος (6) Κυδωνίαστρο (1) Κυπαρίσσι (5) Λίπανση (1) Λονισέρα (1) Μείγμα υποστρώματος (2) Μελιά (1) Μουριά (1) Μυρτιά (3) Νιτίντα (1) Οργανικά Υλικά (1) Παχύφυτο (1) Πεύκο (2) Πικέα (2) Πολυκόμπι (1) Πότισμα (2) Πυξάρι (6) Πυράκανθος (1) Πύρρος (2) Σάκης Καρακασίδης Φωτογραφία (1) Σπόροι (1) Συνεντεύξεις (1) Συνοδευτικά φυτά (5) Συρμάτωμα (1) Σφενδάμι (4) Τάξος (1) Τσιντόνια (4) Τύρφη (1) Υπόστρωμα (4) Φράξος (1) Φτελιά (15) Φυσικά βοηθήματα (1) Φωτογραφία (1) Χώμα (4) Accent plants (3) Acer negundo (1) Acer palmatum (1) Acer palmatum Dissectum Atropurpureum (1) Acer spp. (3) Air layering (2) Articles (17) Black Scissors Bonsai Styling Video Contest (1) Blackthorn (1) Bonsai Basics (6) Bonsai Cosmos (1) Bonsai Cosmos Εργαστήρια (2) Bonsai Cosmos Demonstration (8) Bonsai Cosmos Workshop (2) Bonsai Pots (8) Bonsai Substrate Recipes (1) Bonsai Tables (1) Bonsai Techniques (2) Bonsai Workshop (2) Buxus balearica (4) Buxus harlandii (1) Buxus sempervirens (1) Carnation (1) Carpinus (6) Chaenomeles Rubra (3) Chaenomeles spp. (1) Cleaning/Protecting Bonsai Pots (1) Companion Plants (1) Competitions (3) Cornus mas (2) Cotoneaster (1) Crataegus (6) Cupressus sempervirens (5) Cydonia (2) Deadwood (1) Decandling (1) Demonstrations (8) Diseases (1) Enrico Savini (5) Equisetum (1) Expositions (12) Fertilisation (1) Festivals (2) Ficus pumila (1) Fraxinus excelsior (1) Garden (1) Giareda (2) Ginkgo Biloba (2) Interviews (1) Jin (1) Juniperus chinensis San Jose (1) Juniperus horizontalis (1) Juniperus spp. (1) Kokedama (1) Lonicera (1) Lonicera nitida (1) Mimmo Abate (1) Morus alba (1) Myrtus communis (3) Myrtus communis subsp. tarentina (1) Natural Remedies (1) Olea Europaea spp. (2) Olea Europaea subsp. oleaster (4) Olea Europaea subsp. sylvestris (3) Photography (1) Picea Glauca (2) Pinus sylvestris (2) Progetto Futuro Bonsai School (4) Prunus spinosa (1) Pyracantha coccinea (1) Pyrus spinosa (2) Sakis Karakasidis Photography (1) Seeds (1) Shitakusa-Kusamono (5) Soil (4) Species Guide (9) Substrate (4) Succulent (1) Suiseki (2) Tamarix (1) Taxus baccata (2) Taxus cuspidata (1) Thessaloniki Bonsai Group (2) Tillandsia cyanea (1) Trees (70) Ulmus campestris (12) Ulmus parvifolia (2) Ulmus spp. (1) Various (3) Vine (1) Watering (2) Wiring (1) Yamadori (24)